ποδοκοπώ


ποδοκοπώ
-έω, Μ
1. κόβω τα πόδια κάποιου
2. μτφ. καταστρέφω τη βάση, τα θεμέλια πύργου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πούς, ποδός + -κοπῶ*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πους — Όρος που δηλώνει τη μετρική μονάδα των ελληνικών και λατινικών στίχων. Διακρίνουμε στους π. μία άρση (ισχυρή συλλαβή, συνήθως μακρά, στην οποία πέφτει ο ρυθμικός τόνος) και μία θέση (ασθενή συλλαβή). Η βραχεία συλλαβή (υ) υπολογιζόταν ως μετρική… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.